
Το
Τρίο της Μπελβίλ είναι μια μοντερνιστική ταινία σε όλες τις χρωματικές αποχρώσεις, και εκκεντρικά διασκεδαστική.
Ο αγώνας της γιαγιάς Σουζά να γλιτώσει τον ποδηλάτη εγγονό της από τα χέρια των απαγωγέων οδηγεί σε μια οικεία αλλά και περίεργη πόλη, την Μπελβίλ, όπου τρεις παλιές αρτίστες της μπελ εποκ των 30s αναλαμβάνουν να τη βοηθήσουν.

Το τρίο της Μπελβίλ αφηγηματικά αρχίζει από το νοσταλγικό κομμάτι της μοναχικής ζωής ενός παιδιού και την αγάπη του για το ποδήλατο. Η απαγωγή του οδηγεί σε μια κοινωνική κριτική της υπερκατανάλωσης στην φανταστική πόλη της Belleville (με τους παχύσαρκους ανθρώπους, και τα χάμπουργκερ σε πρώτη θέα), ενώ το τρίτο μέρος της ταινίας μεταμορφώνεται σε gangster movie.
Οι τρεις στιγμές της ταινίες δένονται με διαφορετική παλέτα η καθεμία, αλλά πάντα με εκπληκτική προσοχή στη λεπτομέρεια. Από το επαρχιακό σπίτι ως την μεγαλούπολη, όλα τα σκηνικά είναι φτιαγμένα με λεπτές πινελιές έτσι ώστε να ξεχωρίζει έως το κραγιόν της υπέρβαρης γκαρσόνας.

Από την άλλη, οι πρωταγωνιστές εικονογραφούνται ως καρικατούρες, με μεγάλους ή ατροφικούς μυς ανάλογα, και το γκροτέσκο σώμα τους αντανακλά τον χαρακτήρα τους. Με ασπρόμαυρα χρώματα στις σκηνές του ονείρου, η ταινία επιφυλάσσει καίριο ρόλο στον επίσης υπέρβαρο σκύλο της ταινίας.
Η ταινία είναι γεμάτη από μια μοντερνιστική αγάπη για την τεχνολογία, είτε πρόκειται για ρόδες ποδηλάτου είτε για ηλεκτρική σκούπα και ψυγείο. Εδώ όλα χρησιμοποιούνται για διαφορετικό (και μουσικό) σκοπό απ' ό,τι αρχικά έχουν φτιαχτεί.
Η πιο συγκινητική σκηνή της ταινίας η καταδίωξη στον ωκεανό, ενώ μάλλον άστοχη (και υπερβολικά κυνική) η σκηνή με τους βατράχους.
Το Τρίο της Μπελβίλ δεν είναι η συνηθισμένη ταινία animation, και κάποτε ρέπει προς τον άγριο σαρκασμό, αλλά δηλώνει ότι οι Ευρωπαίοι έχουν τη δική τους φινετσάτη (κάποτε αρκετά ενήλικη) άποψη για το είδος.